ἐρυσιπελατώδης

ἐρῠσῐ-πελᾰτώδης, ες,
A of the nature of

ἐρυσίπελας, οἴδημα Hp.VC20

;

φλεγμοναί Dsc.1.26

;

διάθεσις Ruf.

ap. Orib.8.24.16. Adv.

-δῶς, ἔχειν Gal.18(1).448

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἐρυσιπελατώδης — of the nature of masc/fem acc pl (attic epic doric) ἐρυσιπελατώδης of the nature of masc/fem nom/voc pl (doric aeolic) ἐρυσιπελατώδης of the nature of masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ερυσιπελατώδης — ες (AM ἐρυσιπελατώδης, ες) [ερυσίπελας] αυτός που μοιάζει με ερυσίπελας («ἐρυσιπελατώδεις φλεγμοναί», Διόσκ.). επίρρ... ἐρυσιπελατωδῶς (Α) με τρόπο ερυσιπελατώδη («ἐρυσιπελατωδῶς ἔχειν», Γαλ.) …   Dictionary of Greek

  • ἐρυσιπελατώδει — ἐρυσιπελατώδης of the nature of masc/fem/neut nom/voc/acc dual (attic epic) ἐρυσιπελατώδης of the nature of masc/fem/neut dat sg ἐρυσιπελατώδεϊ , ἐρυσιπελατώδης of the nature of dat sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρυσιπελατώδη — ἐρυσιπελατώδης of the nature of neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἐρυσιπελατώδης of the nature of masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ἐρυσιπελατώδης of the nature of masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρυσιπελατῶδες — ἐρυσιπελατώδης of the nature of masc/fem voc sg ἐρυσιπελατώδης of the nature of neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρυσιπελατώδεις — ἐρυσιπελατώδης of the nature of masc/fem acc pl ἐρυσιπελατώδης of the nature of masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρυσιπελατωδῶν — ἐρυσιπελατώδης of the nature of masc/fem/neut gen pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρυσιπελατωδῶς — ἐρυσιπελατώδης of the nature of adverbial (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρυσιπελατώδεσι — ἐρυσιπελατώδης of the nature of masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρυσιπελατώδους — ἐρυσιπελατώδης of the nature of masc/fem/neut gen sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • -ώδης — ΝΜΑ β συνθετικό επιθέτων τής Αρχαίας Ελληνικής, που ανάγεται στο θέμα οδ τού ρήματος ὄζω* «έχω μυρωδιά, μυρίζω», με έκταση λόγω συνθέσεως. Η αρχική σημασία, ωστόσο, τού β συνθετικού διατηρείται σε ελάχιστα επίθετα στα οποία η σημασία τού α… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.